Δημήτρης Μπάμπας

Μυθικό πρόσωπο στο χώρο του Ελληνικού σινεμά, περισσότερο δημιουργός παρά σκηνο-θέτης εικόνων, ο Αλέξης Δαμιανός έχει καταφέρει να διαβεί αλώβητος την αχανή έρημο του Ελληνικού κινηματογράφου: οι ταινίες του αποτελούν οάσεις στο άνυδρο τοπίο, φωτεινές εξαιρέσεις σ’ ένα χώρο που κυριαρχείται από μια κακή εκδοχή εμπορικού σινεμά και από μετέωρες διανοουμενίστικες απόπειρες. 

Η ολοένα αυξανόμενη φήμη του, παρ’ όλο το μικρό σε έκταση έργο του -τρεις ταινίες στο διάστημα 30 χρόνων (Μέχρι Το Πλοίο/ 1966, Ευδοκία/1971, Ηνίοχος/1995) - δεν δημιουργήθηκε τυχαία: Ο Αλέξης Δαμιανός πέτυχε να συλλάβει την πιο ζωντανή, αντιφατική και αληθινή πλευρά της ζωής στον Ελληνικό Χώρο, να μιλήσει για τη μυθολογία, τους αρχαίους και νέους μύθους του τόπου.
Είναι το ίδιο το πρόσωπο του Αλέξη Δαμιανού -όπως εξ’ άλλου και οι εικόνες των ταινιών του-, ένας τόπος στον οποίο συγκλίνουν όλες οι ιδιότητες που ορίζουν το ελληνικό τοπίο: Τραχύ, ακατέργαστο, άγονο, φαινομενικά νηφάλιο (αλλά εσωτερικά ανήσυχο), αποκαλύπτει -πίσω από την επιφανειακή σκληρότητα-, την ηπιότητα και ηρεμία που προσδίδει στον άνθρωπο ο αγώνας για εσωτερική γαλήνη, για αξιοπρέπεια, για επιβίωση. Αυτή την εσωτερική γαλήνη αποζητούν και τα πρόσωπα των ταινιών του -πρόσωπα που βιώνουν, με τον πλέον δραματικό τρόπο, μια εξωτερική τραγωδία (την τραγωδία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας) και μια εσωτερική πάλη: ανάμεσα στο ένστικτο και τη λογική, ανάμεσα στην ελευθερία της επιθυμίας και τα δεσμά της κοινωνικής σύμβασης.
Είναι η οδύνη και η ηδονή, ο πόθος και η αμαρτία, τα δίπολα που ορίζουν την εσωτερικό κόσμο των προσώπων. Δέσμιοι των ιστορικών (Κατοχή-Εμφύλιος) και κοινωνικών τραγωδιών (μετανάστευση-αστυφιλία) που σημάδευσαν τον ελληνικό χώρο, οι ήρωες των ταινιών του Δαμιανού δεν υπήρξαν αθώοι θεατές της Ιστορίας, παρατηρητές εξ’ αποστάσεων των δεινών του τόπου. Συμμέτοχοι των παθών του, ενεργοί διαμορφωτές του ιστορικού γίγνεσθαι (Ηνίοχος) μεταφέρουν πάνω στο σώμα και στο πρόσωπο τους τα σημεία της Ιστορίας. Ο αγώνας τους είναι ένας αγώνας συμφιλίωσης με τα τραύματα που προκάλεσε η Ιστορία στον ελληνικό χώρο, με τις κοινωνικές αλλαγές που συντάραξαν την μεταπολεμική Ελλάδα. Είναι όμως παράλληλα και ένας αγώνας απελευθέρωσης από τα δεσμά της Ιστορίας και της Κοινωνίας, δεσμά που παγιδεύουν τα πρόσωπα των ταινιών του. Είναι όμως κυρίως ο τόπος -εχθρικός, σκληρός, άγονος, αφιλόξενος, εξωτερικά φωτεινός και εσωτερικά σκοτεινός, αντίστοιχος και παράλληλος με την κοινωνική πραγματικότητα- που περικλείει και παγιδεύει τα πρόσωπα.
Υπάρχει λοιπόν μια οργανική σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα και στον περιβάλλοντα χώρο -είτε της υπαίθρου (Μέχρι Το Πλοίο) είτε των αστικών κέντρων (Ευδοκία)- που κάνει τα πρόσωπα να αποτελούν σημεία του τοπίου, αλλά την ίδια στιγμή να αναδύονται από αυτό – κυρίαρχοι του χώρου, αλλά και δεσμώτες του: Είναι ο σπασμός των σωμάτων και η πάλη τους με τα δεσμά του χώρου, που κάνει τα πρόσωπα να βρίσκονται μετέωρα ανάμεσα στη Γη και τον Ουρανό.
Τα πρόσωπα και οι εικόνες των ταινιών του, δεν κινούνται στις άνετες εθνικές οδούς μια λαμπερής Ελλάδας, ούτε και στις φωτεινές λεωφόρους των αστικών της κέντρων- προτιμούν τους δύσβατους επαρχιακούς δρόμους, τα στενά σοκάκια των λαϊκών συνοικιών, τα απάτητα μονοπάτια των ορεινών όγκων. Είναι οι εικόνες μιας άλλης Ελλάδας Αληθινής, μιας Ελλάδας πνευματικής, αλλά και υλικής.
Αυτή η απεικόνιση του Ελληνικού τόπου και των προσώπων του θα μπορούσε να καταλήξει στο μελοδραματισμό: Η υπερβολή των καταστάσεων -σύμφυτη με το χώρο και τα πρόσωπα- θα μπορούσε να αφαιρέσει από την μυθοπλασία την ζωτικότητα της, να την οδηγήσει στον συναισθηματισμό και στο κενό της σύμβασης. Με αυτό τον μελοδραματισμό είναι ξένος ο Αλέξης Δαμιανός: καθώς οι εικόνες του -τραυματικές και βιωματικές, άμεσες και αληθινές-, αρνούνται την επιφάνεια, αναζητούν την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων, ανακαλύπτουν τον χώρο και τα πρόσωπα από την αρχή. Το ακατέργαστο της σκηνοθεσίας δεν παραπέμπει στην ανέχεια του χώρου, αλλά υποδεικνύει την πολιτιστική παράδοση του: προσδίδοντας στις εικόνες μια υλική υπόσταση και βαρύτητα, κάνει το σινεμά να κατάγεται από την αρχαία ελληνική γλυπτική των μορφών και των όγκων.
Αυτές οι πρωτογενείς και πρωτόγονες εικόνες του τόπου και των προσώπων -που λαξεύονται στο σελιλόιντ-, μοιάζουν να έρχονται από το μακρινό ιστορικό παρελθόν του Ελληνικού τόπου, έχουν την σκόνη της ιστορίας του. Διανύουν μια πορεία που ξεκινά από το φως και το ανάγλυφο της κλασσικής αρχαιότητας, την αυστηρότητα και εσωτερικότητα τον μορφών του Βυζαντίου και καταλήγουν στην σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα (απόλυτα τραυματική για τον σκηνοθέτη και τους θεατές του): Αποτελούν ίσως την πιο καθαρή και απόλυτη έκφραση ελληνικότητας στον κινηματογράφο.

 

πηγή:  http://www.cinephilia.gr/cinephilia_old/greek/damianos.html

  • No comments found

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι