Πάνος Α. Λιγομενίδης*

 

 

Η επιθυμία να γνωρίζουμε
Ο άνθρωπος έχει μια έμφυτη επιθυμία να γνωρίζει. Η «αλήθεια» αποτελεί το προσιδιάζον αντικείμενο αυτής της επιθυμίας [1]. Αποτελεί δείγμα ενηλικίωσης και ωριμότητας η αναζήτηση της αλήθειας, και η ικανότητα διάκρισης μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Δεν είναι τυχαίο πως σοφός θεωρείται ο άνθρωπος που αγαπά και αναζητά την αλήθεια.

 

Στον γνωστό κόσμο, ο άνθρωπος είναι το μόνο όν που «γνωρίζει» και είναι σε θέση να γνωρίζει ότι γνωρίζει. Και, αισθάνεται ικανοποίηση στο να αναγνωρίζει την αλήθεια και να απορρίπτει το ψέμα. Ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430 μΧ) έγραψε: «Έχω γνωρίσει πολλούς που θέλησαν να παραπλανήσουν, αλλά (δεν γνώρισα) κανέναν που να ήθελε να παραπλανηθεί».

Αναζήτηση των αιτίων
Η αναζήτηση των αιτίων ξεκινάει από την επιθυμία να βρεθούν απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, όπως: «Πώς δημιουργήθηκε το Σύμπαν, η ζωή και η συνείδηση;», «Από πού ήλθα, και που πηγαίνω;», «Γιατί είναι τα πράγματα έτσι όπως είναι;» Ο άνθρωπος επιχειρεί να κατανοήσει τον κόσμο του με τουλάχιστον δύο διαφορετικούς, αν και συναφείς, τρόπους: ερωτώντας πώς λειτουργεί ο κόσμος, πώς περιγράφεται και πώς ερμηνεύεται η λειτουργία του κόσμου, και ερωτώντας γιατί είναι ο κόσμος έτσι που είναι, και ποιος είναι ο σκοπός και το τέλος των πραγμάτων.

«Δεν μπορούμε, κανείς μας δεν είναι σε θέση, να προσφέρουμε οριστικές απαντήσεις σε σημαντικά θεμελιώδη ερωτήματα. Αρκούμαστε στο να ανιχνεύσουμε τα απατηλά οικεία χνάρια των νοητών μορφών της «πραγματικότητας» του κόσμου μας, τον οποίο 'παρατηρούμε, ερμηνεύουμε, επικοινωνούμε και συμφωνούμε'».

Στην αντιμετώπιση των βασικών ερωτημάτων για την ύπαρξη και το Σύμπαν, την προέλευση και την εξέλιξη του Κόσμου μας, οι δύο ιστορικές απόψεις που κυριάρχησαν στην ανθρώπινη σκέψη είναι η "εξ αποκαλύψεως αλήθεια" την οποία προβάλει η θρησκεία, και η αναζήτηση της αλήθειας την οποία προβάλει η επιστήμη. Η χριστιανική θρησκεία, αλλά και οι άλλες μεγάλες θρησκείες, στηρίζουν τις απαντήσεις στα θεμελιώδη τελεολογικά ερωτήματα για την ύπαρξη και τον Κόσμο μας σε δόγματα τα οποία εν πολλοίς παραμένουν άκαμπτα στην αμφισβήτηση από την επιστημονική έρευνα. Εν τούτοις, η θεολογία, από την εποχή του Αυγουστίνου και των πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, απευθύνθηκε στη νόηση και τον "λόγο", και επεχείρησε να εναρμονίσει τον φιλοσοφικό λόγο με το δόγμα στα βασικά υπαρξιακά θρησκευτικά ερωτήματα.

Γιατί σκοτιζόμαστε για την υπερβατική αλήθεια; Γιατί να αναζητούμε τα αίτια του Κόσμου μας;
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, η "έσχατη αλήθεια" του θρησκευτικού δόγματος, είναι ευκολονόητη, κατευναστική, και προσιτή στο ευρύτερο κοινό, το οποίο αναζητά απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα και δεν είναι σε θέση πάντοτε να κατανοήσει τις έννοιες και τις ανακαλύψεις της επιστήμης. Στην επιστημονική έρευνα καταπιανόμαστε με την αδιάκοπη αναζήτηση των αιτίων γιατί έχουμε την συνήθεια να ρωτάμε. Η ελπίδα πως για όλα τα πράγματα υπάρχει κάποια αιτία, μας ωθεί να ψάξουμε για απαντήσεις που θα μας προσφέρουν κατανόηση. Όταν η επιστημονική έρευνα μας οδηγεί σε λελογισμένες υποθέσεις για τη φύση της πραγματικότητας, η αποδοχή των υπερβατικών απαντήσεων, οι οποίες είναι περισσότερο κατευναστικές και λιγότερο επεξηγηματικές, πρέπει να αξιολογείται ανάλογα με τον βαθμό της πνευματικής γαλήνης που προσφέρουν, και της ανακούφισης από το άγχος της μη-κατανόησης και από τον φόβο του σκότους της άγνοιας.

Σήμερα, αυξάνει η αποδοχή της ιδέας, πως, σε βαθύτερο επίπεδο, αυτό που προοδευτικά ανακαλύπτουμε και αντιλαμβανόμαστε ως την επιστημονική «πραγματικότητα» δεν αντιπαρατάσσεται με την αυθεντία των Γραφών, και δεν την αμφισβητεί. Άλλωστε, η επιστήμη δεν ασχολείται με την ηθική πλευρά του τρόπου ζωής. Τουλάχιστο στην πράξη, με την παρατήρηση, την θεωρητικοποίηση, και μια δόση ενόρασης και αισθητικής, η επιστήμη αφορά κυρίως στην κατασκευή μοντέλων για την πρόβλεψη και τον έλεγχο των φυσικών φαινομένων. Όταν αποφαίνεται για θέματα οντολογικά, είναι γιατί τα θεωρητικά μοντέλα της φυσικής προσφέρουν μια λελογισμένη βάση για επιχειρηματολογημένες υποθέσεις που αφορούν υπαρξιακά θέματα. Μέσα στα όρια των δυνατοτήτων της ανθρώπινης συμπερασματολογίας, η επιστήμη αποκαλύπτει και προδιαγράφει τα όρια της ανθρώπινης νόησης, και προσδιορίζει την σχετικότητα της τρέχουσας επιστημονικής γνώσης με την πραγματικότητα, την οποία αντιλαμβανόμαστε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η επιστημονική έρευνα, από την φύση της, αμφισβητεί πάντα το προϊόν της, δηλαδή την επιστημονική γνώση, την οποία τροποποιεί, την προσαρμόζει σε καινούργια δεδομένα, και την βελτιώνει.

Η θρησκευτική και η φιλοσοφική προσέγγιση
Δεν αποτελεί σκοπό μας εδώ, ούτε και θα μπορούσαμε πλήρως, να αναλύσουμε τις απόψεις της θεολογίας και τις σχέσεις της με την φιλοσοφία. Θα περιοριστούμε μόνο σε μια σύντομη, αλλά περιεκτική, αναφορά στα υπαρξιακά «αίτια» όπως τα βλέπει η θρησκεία. Ιστορικά, οι μυθολογικές αναφορές "σε υπερφυσικές δυνάμεις" αφορούσαν την προστασία της επιβίωσης και της ευμάρειας του ανθρώπου από την απειλή ασθενειών, φυσικών καταστροφών, και από τις κοινωνικές διαμάχες και τις πολεμικές συρράξεις. Από τους προϊστορικούς χρόνους οι Τέχνες και η Ποίηση, με την αισθητική και την αφαίρεση, διερμήνευσαν την αντίληψη της "θείας" παρουσίας και επέμβασης στα γήινα δρώμενα. Η κλασσική φιλοσοφία απάλλαξε την ανθρώπινη αντίληψη περί Θεού από μυθολογικά στοιχεία, και αργότερα έφερε στο φως την λογική επιχειρηματολογία για την «ύπαρξη», και για το ρόλο του Θεού. Η θρησκεία, τουλάχιστον σε κάποια έκταση, δέχθηκε την ορθολογική ανάλυση, και άνοιξε διάλογο με την φιλοσοφία. Σήμερα, η αλματώδης ανάπτυξη των επιστημών, με τις εντυπωσιακές επιτυχίες στην ανακάλυψη της δομής και της λειτουργίας, την πρόβλεψη και τον έλεγχο, του φυσικού κόσμου, έχει επιδράσει κανονιστικά στη φιλοσοφία, και έχει επιβάλει στην θρησκεία να απαλύνει την μεσαιωνική θέση της περί αντιπαλότητας μεταξύ λογικής και πίστης. Η πίστη και η λογική μπορούν να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές προσεγγίσεις στα θεμελιώδη προβλήματα του ανθρώπου, κάθε μια με την δική της οπτική.

Η γνώση που έχουμε για το πρόσωπο της αλήθειας είναι, και φαίνεται πως θα παραμείνει, αποσπασματική και περιορισμένη, κυρίως λόγω των αδυναμιών και των περιορισμών της ανθρώπινης διανόησης στην κατανόηση των καβαλιστικών απαντήσεων στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης. Η θεολογία διατείνεται πως μόνο με την πίστη στο δόγμα της θρησκείας, ή με τον μυστικισμό, είναι δυνατό να εμβαθύνουμε στο μυστήριο της αλήθειας και να επικοινωνήσουμε με τον Θεό και με την αληθινή φύση των πραγμάτων.

Όσον αφορά στην αντιμετώπιση των θεμελιωδών ερωτημάτων, η θρησκεία ανταποκρίνεται και στις δύο βασικές ανθρώπινες αναζητήσεις, στην αναζήτηση του «πώς» και στην αναζήτηση του «γιατί», και δίνει ευκολονόητες απαντήσεις. Ιδιαίτερα, η παραδοσιακή, μεσαιωνική, κοσμοθεωρία της θρησκευτικής πίστης κολάκευε και ικανοποιούσε τον εγωισμό μας, αφού μας τοποθέτησε στο φυσικό και το ηθικό επίκεντρο της Δημιουργίας, ώστε, μπροστά στη θεϊκή εποπτεία, να μπορούμε να παίζουμε το προσωπικό μας δράμα περί αμαρτίας και μετάνοιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αγία Γραφή ήταν ίσως το πρώτο λόγιο εγχείρημα για να εξηγηθεί το Σύμπαν και να αποκτήσει η βιολογική παρουσία μας κάποιο νόημα.

Οι γραφές των φιλοσόφων αναμοχλεύουν εννοιολογικά τις σχετικές ερωτήσεις, μερικές φορές μέχρι ανοησίας. Οι απορίες και οι αμφιβολίες για το νόημα της αλήθειας για την «ύπαρξη», γίνονται αναπόφευκτες, και οξύνονται από την αίσθηση του μυστηρίου και της ανεπάρκειας του ανθρώπινου νου για την όποια γνώση μπορούμε να έχουμε σχετικά με τον αναπόφευκτο θάνατο, ή σχετικά με την προέλευση του καθενός από εμάς πριν την γέννηση, ή ακόμη και σχετικά με την σκοπιμότητα που μπορεί να έχουν οι φυσικές καταστροφές, η αρρώστια, η δυστυχία και ο ανθρώπινος πόνος, πράγματα που αμαυρώνουν την θρησκευτική εικόνα του «αρμονικού κόσμου» που, όπως πολλοί μας λένε, μπορεί να κατασκευάστηκε "για λογαριασμό μας".

Για την θρησκεία, η βασική «αλήθεια» ήταν πάντα ότι ο παντοδύναμος, άπειρος, αιώνιος και πανάγαθος Θεός, δημιούργησε τον Κόσμο από το τίποτε, όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου (non in tempore, sed cum tempore finxit Deus Mundum - Αυγουστίνος), με την ανώτερη πράξη και τον απώτερο σκοπό της Δημιουργίας, τον άνθρωπο. Η απόλυτη, αιώνια και αναλλοίωτη «αλήθεια εξ αποκαλύψεως» άσκησε μια κανονιστική επίδραση σε πολλές φιλοσοφικές αναζητήσεις, οι οποίες εναρμονίστηκαν με το δόγμα και υπηρέτησαν την θεολογία.

Οι θρησκευτικές απαντήσεις στα μεταφυσικά ερωτήματα είναι αυτές που επικαλούνται την παρέμβαση, ή την μεσολάβηση, του υπερβατικού Πνεύματος, του Θεού, με τις οποιεσδήποτε υπερθετικές δυνατότητες Του αποδίδονται. Βέβαια, η θρησκευτική πίστη εμπεριέχει μια συνειδητά ενδεή συναίνεση στον δογματισμό, και μια καταπάτηση των κανόνων της λογικής. Κατά τους τελευταίους αιώνες, όμως, κυρίως λόγω της αυξανόμενης αξιοπιστίας της επιστημονικής μεθόδου στην πρόβλεψη και τον έλεγχο του φυσικού κόσμου, λόγω της εκρηκτικής ανάπτυξης των νέων υψηλών τεχνολογιών, και λόγω της εκβιομηχάνισης του τρόπου ζωής και της ουσιαστικής εξάρτησης του ανθρώπου και της κοινωνίας από την επιστήμη και τις εφαρμογές της τεχνολογίας, οι σχέσεις του ευρύτερου κοινού με τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς θεσμούς έχουν σημαντικά ατονήσει.

Το θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου
Είναι ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς, όπως έκανε ο βιολόγος E.O. Wilson [2] και άλλοι συγγραφείς, γιατί εμείς οι άνθρωποι, σε όλη την διάρκεια της ιστορικής παρουσίας μας στην Γη, πάντοτε γατζωνόμαστε σε κάποια θρησκεία. Είναι η νόρμα της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών το ότι καμία οργανωμένη κοινωνία δεν στερέωσε χωρίς θρησκεία. Ακόμη και οι φυλές των πρωτόγονων κοινωνιών διακρίνονταν για κάποια πίστη σε ένα θρησκευτικό μύθο που κάλυπτε την, συνήθως μαγική, προέλευση της φυλής τους και των συνθηκών της ζωής τους. Πιστεύεται ακόμη πως το θρησκευτικό συναίσθημα και η αφοσίωση στα τελετουργικά της μαγείας, έδωσαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα εξελικτικής επιβίωσης στον πρωτόγονο humus habilis. Αλλά, και στις περισσότερο αναπτυγμένες κοινωνίες των ανθρώπων, η θρησκευτική πίστη και αφοσίωση παρέχει ένα συνεκτικό, αν και συχνά εξωλογικό, καταφύγιο από την ψυχολογική ανασφάλεια που προκαλεί το μυστήριο του νοήματος και της σημασίας της βιολογικής παρουσίας μας στην Γη.

Στις οργανωμένες κοινωνίες των ιστορικών χρόνων, η θρησκεία κρατάει τους ανθρώπους ενωμένους δίνοντας ταυτότητα και κοινές πνευματικές και ηθικές αξίες. Η επίκληση της «θείας προστασίας» από τους εχθρούς, και της «θείας επιδοκιμασίας» των πλέον αιματηρών κατατροπώσεων επί των «απίστων» εχθρών, εξυψώνει το θρησκευτικό συναίσθημα. Συνήθως χρησιμοποιείται και για να καταπνίξει τις διασπαστικές κοινωνικές επικρίσεις κατά των «κρατούντων». Όλοι μας γνωρίζουμε ότι στην ιστορική διαδρομή, ο θρησκευτικός φανατισμός έχει πολλές φορές γίνει η αιτία, ή έχει χρησιμοποιηθεί ως αφορμή, για ανείπωτες φρικαλεότητες, και για πολέμους κατά των «απίστων» και των «ειδωλολατρών»! Η θηριωδία των θρησκευτικών πολέμων ανταγωνίζεται τα χειρότερα εγκλήματα που έχει διαπράξει ο άνθρωπος εναντίον της ανθρωπότητας.

Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι, οι οποίοι διακρίνονται για τον άψογο ορθολογισμό τους στην έρευνα και στην αναζήτηση της αλήθειας, ολισθαίνουν σε παράλογα επιχειρήματα αμυνόμενοι των δικών τους θρησκευτικών δογμάτων. Εκείνο που είναι προφανές είναι ότι, τουλάχιστο μέχρι την εποχή μας, η θρησκεία υπήρξε η κυρίαρχη πηγή, η οποία έδινε πάντοτε εξηγήσεις, έστω μυθολογικές, για την προέλευση του Κόσμου, για την παρουσία και τον σκοπό της ύπαρξής μας στον επίγειο κόσμο, και για το πεπρωμένο τού ανθρώπου μετά θάνατο. Ως προς τα ερωτήματα αυτά, η επιστήμη, ιστορικά, παρέμεινε εν πολλοίς σιωπηλή.

Οι περισσότεροι από εκείνους που ασχολούνται σοβαρά με την επιστήμη, κατανοούν τις αδυναμίες της στο να δώσει πλήρεις απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούν στην ύπαρξη, ή ακόμα και στο να συμπληρώσει τα συναισθηματικά κενά που δημιουργεί η ανασφάλεια των πολλών ανάμεσά μας. Καθένας από εμάς, αντλώντας από την θρησκεία, τις τέχνες, και την επιστήμη, βρίσκει τρόπους να διατηρεί κάποιες βαθιές προσωπικές πεποιθήσεις για την ύπαρξη και τον κόσμο μας, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν θρησκευτικές, ακόμα και μυστικιστικές. Τουλάχιστο, καθένας από εμάς αναγνωρίζει ως αυτόδηλο πως ακόμη και αν το θρησκευτικό δόγμα εκτοπιστεί από την συνείδηση των ανθρώπων, το θρησκευτικό συναίσθημα δεν θα αντικατασταθεί από την ορθολογική επιστημονική διανόηση και περισυλλογή. Ένα τέτοιο κενό, αν δημιουργηθεί, θα είναι δυσαναπλήρωτο.

Η ανάπτυξη της επιστημονικής αναζήτησης
Από τις κοσμοθεωρήσεις των αρχαίων φιλοσόφων και επιστημόνων, μέχρι τις θεωρίες της φυσικής του Γαλιλαίου, του Κοπέρνικου, του Νεύτωνα, και την νέα φυσική της εποχής μας, η επιστήμη έχει προβάλλει διάφορα κοσμο-είδωλα με ολοένα αυξανόμενη εγκυρότητα. Η προσπάθεια της εκκλησίας κατά τον μεσαίωνα να καταστείλει την αποδοχή της επιστημονικής προόδου, προξένησαν την έντονη δυσπιστία της επιστημονικής κοινότητας έναντι της θρησκείας, και δημιούργησαν την εντύπωση ότι η επιστήμη και η θρησκεία είναι από φύση τους ανταγωνιστικές και ασυμβίβαστες.

Η επιστημονική μέθοδος επιβάλλει την αμφισβήτηση και την εξέλιξη στις θεωρίες της επιστήμης υπό το φως νέων ανακαλύψεων. Η επιστήμη «κάνει τον σκεπτικισμό αρετή», και προσαρμόζει τις θεωρίες της στα νέα δεδομένα των παρατηρήσεων. Οι τεράστιες επιτυχίες της επιστημονικής μεθόδου στην περιγραφή του κόσμου, παρά τον παράδοξο σουρεαλισμό της νέας φυσικής, έχουν διευρύνει τους ορίζοντες της ανθρώπινης κατανόησης του φυσικού κόσμου μας και των υπαρξιακών προβλημάτων του ανθρώπου.

Η εκκλησία λειτουργεί σε διαφορετική βάση. Εν πολλοίς, το θρησκευτικό δόγμα παραμένει αναλλοίωτο και απορρίπτει οποιαδήποτε μαρτυρία αντίθετη στην «αναλλοίωτη αλήθεια». Αν η εκκλησία έθετε σε αμφισβήτηση την ανάσταση του Χριστού, η επιβίωσή της θα ήταν προβληματική. Η αναζήτηση αλλότριων απαντήσεων στα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα, πέραν από το πνευματικό μεγαλείο της θεολογικής αποκάλυψης, και έξω από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την εξουσία της εκκλησίας, είναι πράξη εχθρική. Είναι γνωστή η προτροπή του Ιερού Αυγουστίνου, ότι «ο καλός χριστιανός πρέπει να θεωρεί επικίνδυνα τα μαθηματικά». Αυτή η βασική διαφορά στην προσέγγιση της «πραγματικότητας» έφεραν αναπόφευκτα την επιστήμη αντιμέτωπη με την θρησκεία.

Η εμπιστοσύνη του κοινού ανθρώπου στην δύναμη της επιστημονικής συλλογιστικής, η οποία στηρίζεται στην αναζήτηση, την έρευνα και την ανανέωση, κερδίζει συνεχώς έδαφος. Αντίθετα από την θρησκεία, η επιστήμη στο σύνολό της είναι πρόθυμη να διαφοροποιηθεί ή και να απορρίψει παλαιότερες διαψευσμένες θεωρίες που δεν υποστηρίζονται από την παρατήρηση και το πείραμα. Αυτό άλλωστε αποτελεί και τον χαρακτήρα της επιστημονικής μεθοδολογίας. Οι επιστημονικές αρχές και οι θεωρίες μπορούν να εξελίσσονται χωρίς να προκαλούν πολέμους μεταξύ των λαών, προσφέροντας ένα, πολλές φορές δύσβατο μονοπάτι προς την κατανόηση.

Η φωτιά του Προμηθέα
Με την γνώση που απορρέει από την επιστημονική διερεύνηση των θεμελιωδών ερωτημάτων που αφορούν στην πραγματικότητα του κόσμου μας και την ύπαρξη, η θρησκευτική Πίστη, η Ελπίδα και η Αγάπη, μπαίνουν στα κύτταρα του βιολογικού μας οργανισμού. Με την έννοια αυτή, η αναζήτηση της επιστημονικής γνώσης για την Αλήθεια, γίνεται μία ελευθερωμένη και διευρυμένη θρησκεία. Αυτή, άλλωστε, είναι η βαθύτερη έννοια της Ιωνικής γοητείας, του Ιωνικού Διαφωτισμού [3], που καθιστά την επιστημονική έρευνα, έναντι της Θεόπνευστης Αποκάλυψης, το φωτισμένο μονοπάτι προς την Αλήθεια, την αντικειμενική [4] Πραγματικότητα, και την λύτρωση από τον φόβο που προκαλεί η άγνοια.

Από τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου διαβάζουμε :
Χορός: Μήπως προχώρησες πιο πέρα από ό,τι μας είπες;
Προμηθέας: Έσβησα από τους θνητούς το φόβο του θανάτου.
Έχουμε ξανασυζητήσει και έχουμε ασχοληθεί με την επιστημονική αντιμετώπιση, ή με την έλλειψη επιστημονικής αντιμετώπισης, τέτοιων ερωτημάτων [5]. Μπορεί να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα; Πολλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι είναι δυνατή η πλήρης περιγραφή και εξήγηση του κόσμου μας. Άλλοι πάλι, πιστεύουν πως ο διάλογος μεταξύ της ανθρώπινης συνείδησης και του σύμπαντος δεν θα βρει τέλος, γιατί η Φύση είναι ανεξάντλητη και απείρως πολύπλοκη.

Ανεξάρτητα από το αν μπορεί να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, ή όχι, εμείς οι άνθρωποι θα επιχειρούμε, θα προσπαθούμε να βρούμε απαντήσεις στα θεμελιώδη αινίγματα της πραγματικότητας και της ύπαρξής μας, γιατί έτσι είναι η φύση μας. Άλλωστε αυτό κάνουμε από την αρχή της ιστορίας της ανθρώπινης σκέψης. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η περιέργεια και η αναζήτηση είναι συνυφασμένη με την φύση μας. Το ερέθισμα, το ταξίδι της αναζήτησης, η ελπίδα, όλα αυτά φτιάχνουν την ζωή μας και δίνουν νόημα στην βιολογική παρουσία μας στον πλανήτη Γη. Αποτελεί θρίαμβο της επιστήμης, και δικαίωση του ατόμου, να μπορεί να θέτει τέτοια θεμελιώδη ερωτήματα. Γιατί αυτή η προσπάθεια για κατανόηση μάς φέρνει όλο και πιο κοντά στον Νου του Θεού.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να πούμε πως ο μύθος του Προμηθέα, δηλαδή «η κλοπή της φωτιάς της γνώσης» από την επικράτεια των θεών, ίσως αναφέρεται στην δύναμη του νου, και στις δυνατότητες τις οποίες φέρνουν στους ανθρώπους οι επιστήμες. Ίσως, η επιστήμη φέρνει στους ανθρώπους την φωτιά του Προμηθέα, την γνώση, η οποία κατά ένα μοιραίο τρόπο μπορεί και να τους καταστρέψει.

Γιατί είναι ο Κόσμος μας κατανοητός;
Πριν μιλήσουμε για την περιγραφή της «πραγματικότητας» του φυσικού κόσμου, να εξετάσουμε για λίγο το ερώτημα: «Γιατί είναι ο φυσικός κόσμος κατανοήσιμος;;» Και αφού για να γίνει κατανοήσιμος, ο φυσικός κόσμος πρέπει να είναι περιγράψιμος, να δούμε «γιατί είναι ο φυσικός κόσμος περιγράψιμος;;».

Ο φυσικός κόσμος είναι «αλγοριθμικά συμπιέσιμος» και χαρακτηρίζεται από «εντοπιστικότητα»

Η επιστήμη αναζητάει να περιγράψει την παρατηρούμενη τάξη και την συνέπεια του Φυσικού Κόσμου με συστηματικούς νόμους, ή με τα συμπεράσματα που απορρέουν από τους νόμους. Στην αναζήτηση αυτή μπορεί κανείς να δει τον κόσμο αλγοριθμικά, και να εκφράσει την συμπίεση των δεδομένων που προκύπτουν από τις μετρήσεις σε απλούς νόμους, λέγοντας πως ο κόσμος είναι αλγοριθμικά συμπιέσιμος. Οι επιστήμονες αναζητούν και βρίσκουν κατάλληλες αλγοριθμικές συμπιέσεις για τους ατέλειωτους όγκους των δεδομένων που προκύπτουν από παρατηρήσεις. Οι εσωτερικές αποτυπώσεις του εγκεφάλου μας και οι διανοητικές αναπαραστάσεις του, είναι στην ουσία και αυτές αλγοριθμικές συμπιέσεις.

Αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα της "αλγοριθμικής συμπιέσεως", δεν θα μπορούσε να υπάρχει αυτό που λέμε γνώση (γνώριση, cognition), και ο κόσμος δεν θα ήταν "γνωστικό αντικείμενο", δεν θα ήταν κατανοήσιμος, θα ήταν ακατάληπτος (unknowable). Φυσικά, αυτή η ανθρωποκεντρική συμπερασματολογία δεν αποτελεί και εξήγηση του γιατί ο κόσμος είναι συμπιέσιμος, απλώς μας λέει πως αν δεν ήταν έτσι, δεν θα ήμαστε σήμερα εδώ, σε αυτή την ωραία αίθουσα, για να συζητάμε το θέμα αυτό. Γιατί, σε ένα ρηχό μη συμπιέσιμο σύμπαν, στο οποίον δεν θα υπήρχε η δυνατότητα υπάρξεως «νόμων" της φύσεως, δεν θα ήταν δυνατή και η ύπαρξη βιολογικών οργανισμών. Άρα, οφείλουμε την ύπαρξή μας στην ιδιότητα του «συμπιέσιμου» κόσμου μας.

Μια άλλη έννοια, πάλι σχετική με την πληροφορική και την περιγραφή της φύσης, έχει να κάνει με την συνθήκη που επιτρέπει στην αλγοριθμική συμπίεση να είναι και πρακτικής σημασίας. Η συνθήκη αυτή, που επιτρέπει στους αλγοριθμικά συμπιεσμένους νόμους της φύσης να είναι και απλοί, είναι η ιδιότητα της εντοπιστικότητας (locality), που έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα υλικά αντικείμενα, (από τα κουάρκς μέχρι τους γαλαξίες), και τα πεδία δυνάμεων, (από τις πυρηνικές δυνάμεις μέχρι τα διαστρικά πεδία βαρύτητας), περιγράφονται από κατανομές, κυματο-πακέτα πιθανοτήτων, που παρουσιάζουν έντονο χαρακτήρα εντοπισμού. Αν "κάτι", αντικείμενο ή πεδίο, έκανε έντονα αισθητή την παρουσία του παντού και αλληλεπιδρούσε με έντονη παγκόσμια παρουσία κατά τρόπο μη-εντοπισμένο (highy non-local), τότε δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε αυτό το κάτι χωρίς να γνωρίζουμε τα πάντα, γιατί τα "πάντα" θα έπαιρναν μέρος στην εξήγηση του οποιουδήποτε "κάτι".

Να σημειώσω εδώ, πως την τελευταία εικοσαετία, μετά από τις περίεργες διαπιστώσεις στις συμπεριφορές κβαντικών φαινομένων, ιδιαίτερα με το πείραμα Aspen το 1982, το θέμα της μη-εντοπιστικότητας έχει τεθεί επί τάπητος.

Μπορεί η επιστήμη να μας δώσει απαντήσεις;
Αντιλαμβανόμαστε την Φύση ως εκδηλώσεις δύο εντελώς διαφορετικών οντοτήτων: του φυσικού κόσμου και της συνείδησης. Μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει την συσχέτισή τους, δηλαδή την συσχέτιση του νου με τον φυσικό κόσμο; Η «Φλούδα του Βερίκοκου» μεταφέρει την παράδοξη, δυσνόητη, μέχρι και παράλογη, σχέση ανάμεσα στην εμπειρική «αντικειμενική» πραγματικότητα και στην «σκιά» της, την οποία αντιλαμβάνεται και περιγράφει η συνείδηση του ανθρώπου. Μέρος της έρευνας του συνειδητού γίγνεσθαι αφορά την πιθανή συσχέτιση της συνειδητής λειτουργίας με την λειτουργία των ενδο-νευρωνικών κβαντικών φαινομένων και των νευρωνικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου.

Στην αναζήτηση απαντήσεων στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης μέσα από την επιστημονική έρευνα, αντιμετωπίζουμε το βασικό ερώτημα : «Μπορεί η ανθρώπινη κατανόηση να συλλάβει την αλήθεια για την πραγματικότητα, και να θεμελιώσει την ύπαρξη του απεριόριστου και απόλυτου Θεού;» Μήπως έχουμε αγγίξει τα όρια των δυνατοτήτων της ανθρώπινης διανόησης και του ανθρώπινου ορθολογισμού; Μήπως η ύπαρξη, η πραγματικότητα ολόκληρη, αλλά και τα αίτια της ύπαρξης, δεν μπορούν να εξηγηθούν ολοκληρωτικά με βάση μόνο τον ανθρώπινο ορθολογισμό;

Θα ρωτούσε κανείς: «Γιατί θα πρέπει ο κόσμος μας να υπακούει στην ανθρώπινη λογική;;» Αυτό είναι ένα άλυτο μυστήριο. Στον αιώνα μας, η νέα φυσική της κβαντικής μηχανικής και των θεωριών της σχετικότητας ανέτρεψε ριζικά πολλές εμπειρικές απόψεις μας για την έννοια του χρόνου, για την ισχύ της εμπειρικής επίπεδης Ευκλείδειας γεωμετρίας, και για την απόλυτα αιτιακή συσχέτιση των φυσικών φαινομένων. Γνωρίζουμε τώρα ότι υπάρχουν φυσικά φαινόμενα που λειτουργούν στα όρια της αβεβαιότητας, του μυστηρίου και του επιστημονικού μυστικισμού, ή ακόμα και φυσικά φαινόμενα που δεν έχουν καμία ορθολογική εξήγηση, τα οποία, ίσως, δεν θα κατανοήσουμε ποτέ. Ήδη γνωρίζουμε ότι η εμμονή στην αυστηρά ορθολογική ερμηνεία της φυσικής θεωρίας προσκρούει σε παραδοξότητες, ακόμη και σε παραλογισμούς, που προκαλούν εμπόδια στην κατανόηση του φυσικού κόσμου.

Φυσικά, αν ο κόσμος μας δεν υπακούει στην ανθρώπινη λογική, δεν σημαίνει πως το σύμπαν είναι παράλογο και ανόητο. Απλά σημαίνει πως ο φυσικός κόσμος μπορεί να λειτουργεί με τρόπους που είναι πέραν από τις δυνατότητες της ανθρώπινης λογικής εξήγησης. Όπως είπαμε και πιο πάνω, και όπως έχουμε διαπιστώσει από τα παράδοξα πολλών επιστημονικών πειραμάτων, η αδυναμία ορθολογικής επιστημονικής εξήγησης ορισμένων φυσικών φαινομένων ξεσκεπάζει τους περιορισμούς της ανθρώπινης επιχειρηματολογίας και καταδεικνύει πως, ίσως, ο δρόμος προς την «αλήθεια» βρίσκεται έξω από την ανθρώπινη λογική. Ο Άγιος Αυγουστίνος, ο οποίος ερμήνευσε την πλατωνική θεωρία περί της αλήθειας των "ιδεών" στο φως της χριστιανικής πίστης και θεμελίωσε την ύπαρξη του Θεού σε απόλυτες αλήθειες, δίδασκε ότι ο Θεός δεν μπορεί παρά να «είναι μόνο αντικείμενο πίστης», πέρα από τις δυνατότητες της ανθρώπινης νόησης.

Καθώς η επιστήμη αφαιρεί ένα-ένα τα πέπλα των μύθων της θρησκείας, η θεολογία υποχωρεί σταδιακά προς το έσχατο και απαραβίαστο καταφύγιο του θρησκευτικού δογματισμού, τον μύθο της Δημιουργίας και την ιδέα του Θεού. Τα «έσχατα ερωτήματα», όπως ονόμασε ο Karl Popper τα θεμελιώδη ερωτήματα για την προέλευση, την ζωή και το τέλος του Σύμπαντος και του ανθρώπου, μπορούν, ή δεν μπορούν να απαντηθούν από τον ανθρώπινο ορθολογισμό και την επιστήμη; Ή μήπως για τις όποιες κατευναστικές απαντήσεις πρέπει να απευθυνθούμε στην μεταφυσική, στην λογοτεχνία, ή στην θρησκεία;

Σε τελευταία ανάλυση, αν κανείς αναζητήσει επιστημονικές απαντήσεις στα θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, όπως για την αρχή και το τέλος του Σύμπαντος και της ανθρώπινης ύπαρξης, θα οδηγηθεί σε μεταφυσικές έννοιες και σε πιθανολογικές διαπιστώσεις. Η επιστημονική αλήθεια, όπως την έχουμε περιγράψει, δεν περιλαμβάνει, ούτε μπορεί να περιλάβει, κανένα συμπέρασμα και καμία απόδειξη που να μπορεί να χαρακτηριστεί από απόλυτη βεβαιότητα και σιγουριά, ώστε να μην επιδέχεται καμία κριτική.

Είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι οι δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας δεν έχουν όρια όσον αφορά στα θέματα που μπορεί να χειριστεί η επιστήμη. Για τις απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα, των οποίων η «αλήθεια» κρίνεται με την συμβατική έννοια της αντιστοιχίας στην πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε, μπορούμε να ελπίζουμε στις δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας. Η ιδιαιτερότητα των επιστημονικών υποθέσεων είναι ότι βασίζονται στην έρευνα, την παρατήρηση και την λογική επιχειρηματολογία, και ότι είναι εκτεθειμένες στην αμφισβήτηση, στην αλλαγή, και στην προοδευτική βελτίωση της προσέγγισης στην πραγματικότητα.

Η δύσκολη και επίπονη διαδικασία της επαγωγικής λογικής που εφαρμόζεται στην επιστημονική έρευνα, εμφανίζεται ανεπαρκής, ιδίως όταν επιχειρούμε να πάμε πιο πέρα από την περιγραφή του "πώς" λειτουργεί η Φύση, και θελήσουμε να εξηγήσουμε το «γιατί» είναι τα πράγματα έτσι που είναι. Στις περιπτώσεις αυτές, η διαίσθηση και η έμπνευση που πηγάζουν μέσα από μια σχεδόν μυστικιστική εμπειρία, αλλά και η μαθηματική αισθητική και η αίσθηση μιας συναρπαστικής κοσμικής αρμονίας, φαίνεται πως παίζουν βασικούς ρόλους στην ανακάλυψη επιστημονικών θεωριών για την περιγραφή και τα αίτια της συμπεριφοράς του φυσικού κόσμου. Είναι φορές που η επιστημονική έρευνα, όταν ασκείται κοντά στις ατραπούς του στοχασμού των μυστικιστών της Ανατολής, αλλά σαφώς ξέχωρα, ακόμα και μέσα από τον ορθολογισμό των μαθηματικών ή του θετικισμού «της παρατήρησης και θεωρητικοποίησης», μάς παρέχει μια κατανυκτική αίσθηση ότι είμαστε ένα με το σύμπαν, ή ακόμα, αν θέλετε, ότι είμαστε ένα με τον Θεό, τον Δημιουργό του Κόσμου μας. Μάς υποβάλλει την ανθρωποκεντρική συναίσθηση ότι η κατανόηση και η ανθρώπινη συνειδητή παρουσία, συνυφασμένη με μια αινιγματική συλλογική και διαχρονική εκδήλωση κοσμικής συνείδησης, προικίζει το σύμπαν, το προϊόν της Δημιουργίας, με αυτοαντίληψη και αυτογνωσία.

Οι προτάσεις και οι θεωρίες της νέας φυσικής μάς οδηγούν ασφαλώς σε μεταφυσικά, ίσως και σε μυστικιστικά, συμπεράσματα, πολύ περισσότερο όσον αφορά στα μεγάλα ερωτήματα για την «πραγματικότητα» και την "ύπαρξη". Σίγουρα, ο βαθύς ερευνητής της επιστήμης, όπως και ο εμπνευσμένος καλλιτέχνης, έρχονται φορές-φορές πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θεό.

Σίγουρα θα είχε κανείς να πει πολλά περισσότερα για τα θέματα που θίγει η σημερινή συζήτηση. Όμως ο χρόνος είναι περιορισμένος για μακρύς μονόλογους. Επιτρέπει μόνο μερικά ερεθίσματα για περαιτέρω διάλογο.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1]: Από την Encyclical Letter “FIDES ET RATIO”, of the Pontiff John Paul II, 1998.
[2]: Ed. O. Wilson, On Human Nature, Harvard U. Press, 1995 (Pulitzer Prize).
[3]: Ο Ιωνικός Διαφωτισμός – οι διαλογισμοί και οι ανακαλύψεις του Πυθαγόρα, του Θαλή, και άλλων, που έζησαν στην Ιωνία – ήταν η απαρχή του Δυτικοευρωπαϊκού επιστημονικού στοχασμού, που κυριάρχησε έκτοτε και διέλυσε τον μυθικό μυστικισμό της Ανατολής.
[4]: Αναφερόμαστε στην «αντικειμενική» πραγματικότητα ως εκείνη την οποία ανακαλύπτει ο άνθρωπος, σε αντιδιαστολή από αυτήν την οποία αποκαλύπτει δογματικά η παράδοση και η θεόπνευστη θρησκεία.
[5]: Πάνος Α. Λιγομενίδης, Η Φλούδα του Βερίκοκου, Ελληνικά Γράμματα 2002 (2η Έκδοση).

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Σταύρου Μπαλτογιάννη.           

πηγή κειμένου: Δελφική ΕταιρείαΑθήνα 20 Ιανουαρίου 2005   

  • No comments found

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Παπαδόπουλος Χ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
Άντης Ροδίτης
Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι ο κ. Μπαγιαρτάκης ομιλεί για πράγματα που δεν γνωρίζει καλά και δεν έχει ...
Νικόλαος Μπαγιαρτάκης
Το σχέδιο Άτσετσον δεν έχει δημοσιευθεί ως εκ τούτου καθίσταται ιδιαιτέρως εύκολο για να υπάρξουν επ...
Άρης Νούλης
Και διηγώντας τα να κλαις.
Τι άλλο να πω παρά ευχαριστώ για την θερμή αλλά ψύχραιμη παρουσίαση των ...
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Πολύ ωραίο άρθρο. Θα μπορούσε να είναι θέμα μελέτης διεπιστημονικής ομάδας εργασίας σε βάθος, Το θέμ...
Α. Παπαγιάννης
Ευχαριστώ και τους δυο για τα σχόλια. Το κείμενο δεν γράφτηκε ως διεξοδική ανάλυση όλων των συνιστωσ...
Φώτης Σχοινᾶς
Ἐξαιρετικό το κείμενο τοῦ Τάκη Θεοδωρόπουλου. Καθαρή σκέψη και εὔστοχος προβληματσμός για την κλασσ...
Μπάμπης Παπαχαραλάμπους
Πολύ ενδιαφέρουσα συνάντηση. Μόνο που με ξένισε πολύ ο κύριος Σαμάντης, που από ότι είδα εκπροσωπούσ...