Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Μια ψυχαναλυτική προσσέγγιση της Νεοελληνικής κρίσης

Παραμένει αληθές, νομίζω, ότι τα άτομα ποτέ δεν συγκροτούν απλές «συλλογές μονάδων». Αντίθετα, ακόμη κι όταν μοιάζουν ότι ζουν εξατομικευμένα,   προσδιορίζονται μέσα από τις σχέσεις που συνάπτουν ή είναι υποχρεωμένα να συνάπτουν μεταξύ τους.  Αυτό βεβαιώνουν οι πιο προχωρημένες αντιλήψεις στην ψυχολογίας και του ω του θαύματος και οι πιο «οπισθοδρομικές» απόψεις μιας λησμονημένης και στρεβλωμένης ελληνικής παράδοσης.

Αφημένο στον εαυτό του, το άτομο, χάνει τις αναγκαίες κοινωνικές αναφορές. Κατά βάσιν ζει μια ζωή δίχως νόημα και υπαρξιακό περιεχόμενο. Περιορίζεται η δυνατότητα του στοχασμού, καθώς αυτή πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από το λόγο. Εξασθενεί ο συναισθηματικός εξοπλισμός, που θα μπορούσε να νουθετήσει την οργή ενάντια στην ανελευθερία και εκτοπίζεται η κοινωνικότητα που είναι απαραίτητη για να κινητοποιήσει την όποια επιθυμία για ριζική αλλαγή. Αίρεται, τέλος, η υπευθυνότητα που θα μπορούσε να γεννήσει την κοινωνική δράση. “Ότε ήμουν νήπιος ως νήπιος ελάλουν”, ομολογεί η δικιά μας παράδοση. Ποιά οργή απέναντι στην ανελευθερία; Το πολύ πολύ μια καπριτζιόζα αγανάκτηση, όπως στα βρέφη όταν χάνουν την πιπίλα του αδιάκοπου θηλασμού τους.

Ο νεοέλληνας επί δεκαετίες ασχολήθηκε περισσότερο με το στυλ και λιγότερο με την ίδια την κοινωνία. Η ενασχόληση με την κοινωνία δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από μια αφορμή για να αναδειχθεί το ατομικό μας στυλ. Ανατρέξτε στα δεκάδες επιμελημένα ατημέλητα -αλλά πάντως γκλαμουράτα- free press, που αν και δεν ήξεραν άλλο μότο από το βαθύ ναρκισσιστικό και ατομοκεντρικό «να είσαι ο εαυτός σου», σήμερα διαμαρτύρονται γιατί η κοινωνία δεν λειτουργεί ορθολογικά.  Όλοι αυτοί που αποκήρυσσαν την παράδοση του τόπου ως οπισθοδρομική, αλλά δεν έπαψαν στιγμή να απολαμβάνουν τους καρπούς της. Όλοι αυτοί που δεν έπαψαν στιγμή να διατυπώνουν ομολογίες πίστης στην ατομική τους ελευθερία, δίχως απολύτως καμία αίσθηση του επίμοχθου και συχνά οδυνηρού τιμήματος που χρειάστηκε να καταβάλλει η ελληνική συλλογικότητα  -στη διαχρονία της- για να γίνει αυτή η ελευθερία εφικτή.

Όλοι αυτοί –και όχι μόνον- οδήγησαν έναν ολόκληρο λαό στη χώρα των Λωτοφάγων της Οδύσσειας. Εκεί όπου οι άνθρωποι είναι «αυθεντικοί» τότε και μόνον τότε, όταν ζουν σε ένα αιώνιο παρόν, χωρίς παρελθόν ή μέλλον. Χωρίς να τους απασχολεί η μνήμη, ελεύθεροι από την παράδοση και χωρίς να τους απασχολούν τα «ανελεύθερα πρέπει». Όσοι έφτιαξαν μια κοινωνία όπου ο καθείς ήταν ο εαυτός του και όλοι ήταν για τον εαυτό τους, διαμαρτύρονται σήμερα που αυτό το άθροισμα «εαυτών» δεν λειτουργεί.

Στα μεταπολιτευτικά χρόνια, το ατομικό εγώ, έγινε ο ανώτατος ναός της πραγματικότητας, το νέο ιερό, με ιερουργούς τα new media, τους διαφημιστές, τους λογής –λογής δασκάλους αυτοπραγμάτωσης, τους excecutives, το Nitro και την Athens Voice που επειδή «μιλούσαν βρώμικα», δηλαδή «αυθεντικά», έκλεισαν απ’ έξω την «ξεπερασμένη ιστορία», το ανελεύθερο πρέπον, τη δημοκρατία και την ευθύνη της ενηλικίωσης.

Αν κοιτάξετε γύρω σας, στα χρόνια που πέρασαν, μάλλον δεν θα δείτε παρά ανθρώπους με μια μεγαλειώδη αίσθηση σπουδαιότητας, που αρέσκονταν να διογκώνουν τα επιτεύγματα τους. Χιλιάδες ατομικές περιπτώσεις ανθρώπων που ασχολήθηκαν -σχεδόν αποκλειστικά- με φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, εξυπνάδας και ομορφιάς. Μοναδική τους πίστη υπήρξε ότι οι ίδιοι είναι κάτι σπέσιαλ και μοναδικό. Γι αυτό και απαιτούσαν διαρκώς το θαυμασμό των άλλων ενώ ταυτόχρονα δεν έπαψαν ούτε στιγμή να εκμεταλλεύονται αυτούς τους άλλους σε διαπροσωπικό επίπεδο, δίχως το παραμικρό χάρισμα ουσιώδους συναισθηματικής εμπλοκής. Οι προσωπικές εμπειρίες του καθενός μπορούν απλά να το επισημάνουν.

Θυμηθείτε τα λουσάτα περιοδικά, τα μουράτα talk show και τις πολυδάπανες τηλεοπτικές σαχλαμάρες. Μερικά απ’ αυτά φυτοζωούν ακόμη. Νόμιζες ξαφνικά ότι όλοι οι Έλληνες διέμεναν σε μεζονέτες. Λες και ένα σύννεφο από σαγηνευτικό «τίποτα» είχε σκεπάσει τη χώρα. Όλη η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων έγινε ένα παιχνίδι γοητείας που το μόνο που επιζητούσε κανείς από τον άλλο ήταν ένα κομπλιμέντο. Ίσως γι αυτό τα κομμωτήρια στη χώρα έκαναν τζίρο όσο το μισό της κλάδου των γαλακτοκομικών. Ίσως γι αυτό η Θεσσαλονίκη είχε πιο πολλά κομμωτήρια απ’ όσα ολόκληρη η Αυστρία.

Από το πρώτο τραπέζι πίστα στα σκυλάδικα και τις προκλητικές εμφανίσεις των λογής σταρς και της ολιγαρχίας, μέχρι τις πολυτελείς επαύλεις των Βορείων Προαστίων και τη μεγιστοποίηση του τζόγου ή του τζίρου της πορνείας, μια απαίτηση θαυμασμού μεταδόθηκε σαν επιδημία φτάνοντας ως το τελευταίο χωριό.

Από τη συμπεριφορά του δημόσιου υπαλλήλου και του κάθε ψιλικατζή εργοδότη, μέχρι τον κονομημένο ταρίφα και τον «χωμένο» στα κόλπα πασοκτζή, διαχέεται η ίδια βρωμερή μπόχα της αίσθησης κάποιων προνομιακών-ιδιαίτερων δικαιωμάτων που απαιτεί τη συμμόρφωση όλων των υπολοίπων στις προσδοκίες τους.

Η αλαζονεία και η υπεροψία δεν ήταν γνώρισμα μόνο της κυβερνώσας κάθε φορά ελίτ. Έγινε κρίσιμο χαρακτηριστικό, ειδοποιό γνώρισμα, της νεοελληνικής “κοινωνίας”.

Πίσω απ’ τη θεμελιώδη ανάγκη των νέων μας να βολευτούν στο δημόσιο, στην πραγματικότητα κρυβόταν ο βαθύς φόβος -που η ίδια η συλλογικότητα τους καλλιεργούσε. Ο φόβος του συναγωνισμού. Ο φόβος μη τυχόν και αποτύχουν. Πώς να οικοδομήσεις έτσι παραγωγική βάση; Πώς να τολμήσεις καινοτομία; Πώς να ερωτευτείς εν τέλει δίχως να ριψοκινδυνεύσεις; Καλύτερα στη σιγουριά του μπουρδέλου. Του κάθε λογής μπουρδέλου.

Στο όποιο συλλογικό επίπεδο –αν συγκροτήθηκε επί της ουσίας κάτι τέτοιο- η «κοινωνία» μας μεγάλωσε ως ναρκισσιστική προέκταση του ένδοξου παρελθόντος της, μη γνωρίζοντας τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες της και κατά συνέπεια μη γνωρίζοντας τον ίδιο της τον εαυτό ως συλλογικότητα. Αυτή η «κοινωνία» είχε και έχει ανάγκη από τη συνεχή επιβεβαίωση για να διατηρήσει την αψεγάδιαστη και χαρισματική εικόνα που η ίδια έχει δημιουργήσει για τον εαυτό της. Αυτή την συνεχή επιβεβαίωση πουλάει με εξαιρετική επιτυχία σήμερα-μεταξύ άλλων και- η Χρυσή Αυγή. Και ποιός δεν θα αγοράσει;

Ήμασταν μια αγέλη μεμονωμένων ατομικών υπάρξεων με εύθραυστη αυτοεκτίμηση και ως εκ τούτου ιδιαίτερα ευάλωτοι στην όποια κριτική. Και όταν ήρθε η ώρα αυτής της κρίσης, της βαρύτατης κριτικής, νοιώσαμε αίφνης ταπεινωμένοι και άδειοι γεμάτοι οργή και αγανάκτηση. Αν θεωρούσες το gabrio και τα ζαντολάστιχα προέκταση του πουλιού σου, είναι «φυσικό» να θυμώνεις για την μειονεξία της φύσης σου, μόλις σου το πήρε η τράπεζα. Δεν είναι αθώα η τράπεζα, όφειλες όμως να έχεις λύσει το θέμα του μεγέθους σου κάπως νωρίτερα.

Αυτή η διαδικασία διάψευσης της αυτοεκτίμησης μας –ως συλλογικότητας- μας έσπρωξε ακόμη πιο βαθιά στην νοσηρή μας πραγματικότητα. Τώρα ξαφνικά υποπτευόμαστε τους πάντες ότι μας εξαπατούν. Τώρα μας εξαπατούν οι «πολιτικοί», τώρα μας κλέβει ο περιπτεράς που δεν κόβει απόδειξη. Τώρα αμφιβάλλουμε για την αξιοπιστία των Ευρωπαίων εταίρων. Τώρα κλονίστηκε η πίστη μας στους θεσμούς. Στον κο Πρόεδρο, στη δικαιοσύνη, στα κόμματα.  Τώρα, δεν είναι κανείς αξιόπιστος. Εκτός ίσως από τη Χρυσή Αυγή. Είναι η μόνη που επιμένει με το στανιό, αλλά «ξύπνια», να ποτίζει το γαϊδουράγκαθο του ναρκισσισμού μέσα μας.

Στη νέα φάση που βρίσκεται η ελλαδική συλλογικότητα, όλοι οι άλλοι είναι κακόβουλοι απέναντι στο μοναδικό και υπέροχο αλλά τόσο αδικημένο εαυτό μας. Όλες οι άλλες συλλογικότητες είναι κακόβουλες απέναντι στη μοναδική και ανεπανάληπτη ελλαδική. Παντού γύρω ανιχνεύουμε απειλητικά μηνύματα και συνωμοσίες. Μηρυκάζουμε καχύποπτα το κάθε τι.  Μια ολόκληρη «κοινωνία» πού ήταν για δεκαετίας υποχείριο μιας -κακόγουστης εκτός των άλλων- ελίτ, επαγρυπνεί τώρα και ζητά προφυλάξεις από τους μετανάστες. Και οι υποψίες μας επιβεβαιώνονται καθημερινά. Ένα κορίτσι έκανε παρέλαση ξυπόλυτη –προφανώς γιατί έχασε το ένα παπούτσι- και όλη η ιντερνετική κοινότητα εκθείασε την πράξη αντίστασης, εκτός από όσους υποψιάστηκαν ότι μάλλον ήταν προβοκάτσια του ΣΥΡΙΖΑ.

Ένα καινούργιο νέφος απλώνεται τώρα πάνω από την έρημη χώρα. Ένα νέφος έντασης, επιφυλακτικότητας, ακαμψίας και νοσηρής ηθικολογίας. Δείτε τα επεισόδια στο «Χυτήριο» που δεν ήταν πια μια μεμονωμένη εκδήλωση κάποιων φανατικών θρησκόληπτων. Ήταν η πολιτική έκφραση μιας νοσηρής παράνοιας που για να κάνει το δικό της μικρόκοσμο ασφαλή, «προβάλλει» σε όλους τους υπόλοιπους, τα κίνητρα, τις ενορμήσεις, τις μεινοεξίες, ακόμη και τα αισθήματα που αδυνατεί να δεχτεί για δικά της. Για να είναι ο μικρόκοσμος του φασισμού ασφαλής, πρέπει ο υπόλοιπος κόσμος να είναι επικίνδυνος και απειλητικός.  Ζούμε πια σε μια παρανοειδή συλλογικότητα, με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου.

Στην κλινική ψυχιατρική –λένε νομίζω οι ειδικοί- η μετάπτωση της ναρκισσιστικής διαταραχής σε παρανοειδή διαταραχή, ακολουθείται συνήθως από ένα επόμενο στάδιο. Αυτό της σχιζοφρένειας. Αν η όλη συλλογιστική που προηγήθηκε είναι ορθή, τότε η επόμενη φάση σε επίπεδο συλλογικότητας θα είναι ένα «σχίσιμο» της ελλαδικής αγέλης σε δύο ή περισσότερα τμήματα. Με ότι αυτό συνεπάγεται, για όσους επιμένουν να κατανοούν πίσω από τις λέξεις…

πηγή: manifestomag.wordpress.com/2012/10/29/από-το-ναρκισσισμό-στην-παράνοια/,  

People in this conversation

  • Στελιος Σαββιδης

    Πολυ σωστη η αναλυση, περιγραφει σωστα την ψυχοπαθολογια της Ελληνικης κοινωνιας.

    0 Like
  • Στέργιος

    Μήπως κι αυτό που ζούμε τώρα, αντεστραμμένος ναρκισσισμός δεν είναι; Από το "η Ελλάδα είναι η καλύτερη χώρα τού κόσμου και όλοι μας ζηλεύουν" έχουμε περάσει στο "αυτή η χώρα δεν μπορεί να μου προσφέρει τίποτα". Ο νάρκισσος, αφού δεν μπορεί πια να δοξάζει τον εαυτό του, αποστασιοποιείται από την πραγματικότητα.

    0 Like
  • Λευτέρης

    Eνώ θα συμφωνήσω με το πρώτο μέρος του κειμένου που κάνει απολογισμό μιας πραγματικότητας, θα διαφωνήσω με την αιτία που φαίνεται να είναι λάθος, αν και διαγράφεται ανεπαρκώς. Επίσης θα διαφωνήσω με την ανάγνωση ορισμένων γεγονότων π.χ."Χυτήριο".
    1. Η ναρκισσιστική μεταπολιτευτική μετάλλαξη του νεοέλληνα έχει αιτία και αυτή είναι το ψευδοπροοδευτικό ιδεολόγημα της "Ευρώπης", του "εκσυγχρονισμού", της μετάβασης σε μια υλιστική μετανεωτερικότητα. Ήταν μεταφορά ξένων προτύπων σε μια διαφορετική, συναισθηματική κοινωνία με έντονο το στοιχείο της υπερβολής. Ο ναρκισσισμός εμφυτεύτηκε στον απλό Έλληνα απο τις ελιτ, πολιτικές, των ΜΜΕ, της διανόησης. Η κακή τηλεόραση μετά το 90' ανέλαβε την εκπαίδευση του αμόρφωτου λαού της επαρχίας αλλά και των αστικών κέντρων. Δεν υπήρξε ποτέ όμως εμφυτο το ναρκισσιστικό στοιχείο στην ελληνική κοινωνία, μεταφυτεύτηκε σταδιακά, στο πρότυπο της κατανάλωσης. Οι Ελληνες έγινα πελάτες των τραπεζών, των ΜΜΕ, των πολιτικών. Ας μην γελιόμαστε, είναι πολύ απλουστευτικό να τα βάζουμε με τους Έλληνες και την κουλτούρα τους γενικεύοντας.
    2. Ο θυμός, ο φανατισμός, οι φοβίες δεν αποδίδονται κατ'ανάγκην στον ναρκισσισμο κι εδώ έχεί πολύ λάθος ο συγγραφέας. Ακόμα κι αυτός που έφταιξε και το κατάλαβε, όταν υπόκειται σε δυσανάλογη τιμωρία, αλυσιτελή και ανακόλουθη ως προς το φταίξιμό του, τότε το θυμικό του ξεσπά σε διάφορα και κυρίως οχυρώνεται ψυχολογικά γύρω από ιδεοληψίες που έχουν ένα κάποιο υπόβαθρο π.χ ελληνική ψυχή-ιστορία-αξίες κλπ Δεν έχει σχέση όμως με ναρκισσισμό. Οι πραγματικοί νάρκισσοι τα βάζουν με τους δίπλα τους, με τους απλούς πολίτες και τους ρίχνουν το φταίξιμο, διότι αυτοί (οι ναρκισσοι) έχουν γνώσεις, εμπιστευονται την Ευρώπη και τις ελίτ και βρίζουν τον αμόρφωτο που τώρα υποφέρει, μόνο και μόνο επειδή μπορούσε και πήγαινε στα μπουζούκια. Αυτός είναι νάρκισσος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νάρκισσοι τάχθηκαν με την μερίδα των λεγομένων "μνημονιακών" όχι επειδή ήθελαν μεταρρυθμίσεις, αλλά επειδή ένιωθαν εδώ και καιρό ένα μίσος και ξιπασιά για τον λαϊκό άνθρωπο, ακομη κι αν αυτός είχε ενδώσει σε εφήμερες και επιφανειακές απολαύσεις. Είχε ενδώσει όμως, δεν τις κινητοποίησε αυτός.

    0 Like
  • Πάπας

    Σε όλη αυτήν την κρίση, τίποτα δεν μου φαίνεται πιο ανήθικο, άτιμο και κακεντρεχές από το μίσος που ξεσπά πάνω στον απλό άνθρωπο (με όλες του τις αδυναμίες-αμαρτίες). Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου Λευτέρη και συγχαρητήρια για το σχόλιό σου. Είναι εξαιρετικό!
    Όντως, ο πραγματικός νάρκισσος υπέφερε αφόρητα από το ευ ζην όλων όσων θεωρούσε κατώτερους. Γιατί ποτέ τα δικά του "μεγαλεία" δεν είναι αρκετά όταν ο άλλος περνά καλά. Πρέπει ο άλλος να υποφέρει και να δυστυχεί για να αναδειχθεί η αξία του στην ολότητά της.
    Κατα τη γνώμη μου, απλά οι νεοέλληνες διεφθάρησαν από τις άξεστες ελίτ τους όπως συμβαίνει με τα παιδια και τους κακούς δασκάλους ή γονείς. Η τελευταία άμυνα αυτων των ελίτ είναι τωρα η "ατομική ευθύνη", το "καλά να πάθεις γιατί αυτό σου άξιζε"."Εγώ από την άλλη, εξακολουθώ να έχω χρήματα και να σε κυβερνάω γιατί αυτό μου αξίζει". Ο καθένας δηλαδή παίρνει αυτό που του αξίζει. Κατι σαν την Πολιτεία του Πλάτωνα να πούμε...

    0 Like
  • Νίκος

    Θα διαφωνήσω με τον ορισμό του ‘’πραγματικού νάρκισσου’’ που δίνει ο Λευτέρης.
    Ποιος είπε ότι αυτοί διαφέρουν από τους απλούς πολίτες ; Οτι είναι άλλης ‘’τάξης’’, πιθανότατα ‘’ελιτ’’; Ποιος είπε ότι είναι μορφωμένοι και έχουν γνώσεις; Ποιος είπε ότι οι αμόρφωτοι είναι τόσοι πολλοί (πολλώ δε μάλλον ότι οι αμόρφωτοι χειραγωγούνται); Ποιος είπε ότι δεν ήθελαν μεταρρυθμίσεις; Ποιος είπε ότι δεν είναι και αυτοί λαικοί άνθρωποι που επέλεξαν απλά να μην ενδώσουν; Γιατί θεωρεί ότι οι λαικοί άνθρωποι ‘’ενδίδουν’’ ενώ η ‘’ελιτ’’ χειραγωγεί ; Δεν θα μπορούσε ακόμα, η λαική μάζα να χειραγωγεί και η ‘’ελιτ’’ να ‘’ενδίδει’’ (φαύλος κύκλος του πολιτικού μας συστήματος); Πως εξηγείται, πολλοί λαικοί (και εγώ ενας από αυτούς), να συμπίπτουμε με την περιγραφή του ‘’πραγματικού νάρκισσου’’, (ενώ είμαστε λαικοί);

    Ευχαριστώ

    0 Like

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Παπαδόπουλος Χ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
Άρης Νούλης
Και διηγώντας τα να κλαις.
Τι άλλο να πω παρά ευχαριστώ για την θερμή αλλά ψύχραιμη παρουσίαση των ...
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Πολύ ωραίο άρθρο. Θα μπορούσε να είναι θέμα μελέτης διεπιστημονικής ομάδας εργασίας σε βάθος, Το θέμ...
Α. Παπαγιάννης
Ευχαριστώ και τους δυο για τα σχόλια. Το κείμενο δεν γράφτηκε ως διεξοδική ανάλυση όλων των συνιστωσ...
Φώτης Σχοινᾶς
Ἐξαιρετικό το κείμενο τοῦ Τάκη Θεοδωρόπουλου. Καθαρή σκέψη και εὔστοχος προβληματσμός για την κλασσ...
Μπάμπης Παπαχαραλάμπους
Πολύ ενδιαφέρουσα συνάντηση. Μόνο που με ξένισε πολύ ο κύριος Σαμάντης, που από ότι είδα εκπροσωπούσ...
Άρης Νούλης
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Θεσπέσιο κείμενο. Ουσιώδες και αληθινό.
Το Θαύμα - όνειρο στο κείμενο - η αληθινή ουσί...
Κατερινα Κοπασακη
Ανάλυση, με μεγάλη αφαίρεση εθνικών, ιστορικών, πολιτικών, κοινωνιολογικών στοιχείων με αναφορά στις...